ΘΡΕΠΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΩΝ

Τα μανιτάρια (συμπεριλαμβανομένων και των Pleurotus) αποτελούν τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες και βιταμίνες, χαμηλής θερμιδικής πρόσληψης, με χαμηλά επίπεδα γλυκόζης και  νατρίου. Όλες αυτές οι ιδιότητες τα καθιστούν ιδανικά για κατανάλωση από ανθρώπους με υψηλή αρτηριακή πίεση διαβήτη και μεταβολικό σύνδρομο και γενικότερα από ανθρώπους που ακολουθούν έναν υγιεινό τρόπο διατροφής. Επιπλέον, τα μανιτάρια Pleurotus χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα σημαντικές φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως για παράδειγμα αντικαρκινικές, αντιδιαβητικές, αντιοξειδωτικές κ.α. ιδιότητες, λόγω ενός ευρέως φάσματος βιοδραστικών ουσιών που περιέχουν (π.χ. πολυσακχαρίτες της ομάδας των β-γλουκανών καθώς και συμπλόκων τους με πρωτεΐνες ή άλλους πολυσακχαρίτες, φαινολικά, φλαβονοειδή, στερόλες, πεπτίδια κ.α.)

Επιπλέον, τα μανιτάρια αποτελούν τη μοναδική μη ζωικής προέλευσης πηγή βιταμίνης D. Συγκεκριμένα, η περιεχόμενη στο κυτταρικό τους τοίχωμα εργοστερόλη μετατρέπεται μέσω της UV ακτινοβολίας σε βιταμίνη D2. Μέχρι σήμερα, ο αριθμός των μελετών που αφορούν στη βιοδιαθεσιμότητα της βιταμίνης D2 προερχόμενης από μανιτάρια είναι περιορισμένος. Σε σχετικές μελέτες διαπιστώθηκε πως τα επίπεδα της βιταμίνης D στον ορό του αίματος αυξήθηκαν σημαντικά με την κατανάλωση των μανιταριών και σε επίπεδα ανάλογα εκείνων που παρατηρήθηκαν μέσω της λήψης σχετικών διατροφικών συμπληρωμάτων. Πλην της εργοστερόλης, τα μανιτάρια Pleurotus περιέχουν δευτερογενείς μεταβολίτες (π.χ. φαινολικά) στους οποίους αποδίδονται οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες τους.

H βιταμίνη D αποτελεί μία λιποδιαλυτή χημική ένωση, η οποία συντίθεται στο ανθρώπινο σώμα κυρίως μέσω της επίδρασης της υπεριώδους ακτινοβολίας (έκθεση στον ήλιο) στο δέρμα, αλλά προσλαμβάνεται και μέσω ορισμένων τροφών. Έχει βρεθεί ότι επηρεάζει σημαντικά την αφομοίωση του ασβεστίου και του φωσφόρου και κατ’ επέκταση την ανάπτυξη των οστών. Η έλλειψη της συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων, σακχαρώδους διαβήτη, ανάπτυξη καρκινικών όγκων, αυτοάνοσων νοσημάτων και πλήθους άλλων ασθενειών. Επιπλέον, πολυάριθμες πρόσφατες μελέτες παρουσιάζουν μία αντίστροφη συσχέτιση των επιπέδων της βιταμίνης D με την παχυσαρκία και συγκεκριμένα με τον δείκτη μάζας σώματος, το ποσοστό λίπους και τις τιμές περιφέρειας μέσης. Παρότι οι μηχανισμοί συσχέτισης δεν είναι πλήρως αποσαφηνισμένοι, η βιταμίνη D και οι ενεργοί μεταβολίτες της φαίνεται να εμπλέκονται στη ρύθμιση της λιπογένεσης και της φλεγμονής. Σήμερα η έλλειψη σε βιταμίνη D έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας και αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα, καθώς εκτιμάται ότι περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι παρουσιάζουν σχετική ανεπάρκεια.